"Θα δοθώ ολάκαιρος στην άμεση Ενέργεια... Τώρα ταχτοποιώ εδώ τα γραφτά μου, σαν να πρόκειται να φύγω ή να πεθάνω". (Νίκος Καζαντζάκης)

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ




Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αητό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ.
Μη με διαβάζετε όταν
Δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα…

Ώρα να πηγαίνω
Δεν έχω άλλο στήθος.

(Νίκος Καρούζος, Πενθήματα, 1969)


Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

MEΛΑΓΧΟΛΙΑ



Στον ουρανό ακροβατεί μεγάλη σκοτεινιά,
Κι έτσι καθώς με πήρε το πάραθυρο αγκαλιά,
με το ένα χέρι
στο δωμάτιο μέσα σέρνω
του δρόμου την απίστευτη ερημιά,
με το άλλο παίρνω
μια χούφτα συννεφιά
και στην ψυχή μου σπέρνω.

(Κική Δημουλά)








Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

ΜΙΑ ΣΚΕΨΗ ΣΕ ΣΧΗΜΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ


Αυτό το διήγημα μιλάει για τους ανθρώπους που ζούσαν κάποτε στο φεγγάρι. Σήμερα δεν υπάρχει πια κανείς εκεί πάνω, αλλά μέχρι πριν από μερικά χρόνια το μέρος ήταν φίσκα στον κόσμο. Οι άνθρωποι στο φεγγάρι πίστευαν ότι ήταν πολύ ξεχωριστοί, γιατί μπορούσαν να πλάθουν τις σκέψεις τους σε όποιο σχήμα ήθελαν. Σε σχήμα κανάτας ή τραπεζιού, ακόμα και στο σχήμα των παντελονιών «καμπάνα». Έτσι, οι άνθρωποι στο φεγγάρι μπορούσαν να πάνε στο κορίτσι τους ένα πρωτότυπο δώρο, όπως μια σκέψη «Σ’ αγαπώ» σε σχήμα κούπας του καφέ, ή μια «Θα ’μαι πιστός» σε σχήμα βάζου.
Ήταν πολύ εντυπωσιακές όλες αυτές οι σχηματοποιημένες σκέψεις, μόνο που με τον καιρό οι άνθρωποι στο φεγγάρι κατέληξαν σ’ ένα είδος συμφωνίας για το τι μορφή θα πρέπει να έχει κάθε σκέψη. Μια σκέψη μητρικής στοργής έπρεπε πάντα να έχει το σχήμα κουρτίνας, ενώ μια σκέψη πατρικής στοργής το σχήμα σταχτοδοχείου, έτσι δεν έπαιζε πια ρόλο σε ποιο σπίτι έμπαινες, όποιο και να ’ταν μπορούσες πάντα να μαντέψεις ποιες σκέψεις και σε τι σχήμα σε περίμεναν τακτοποιημένες πάνω στο τραπεζάκι του τσαγιού στο σαλόνι.
Απ’ όλους τους ανθρώπους στο φεγγάρι, υπήρχε μόνο ένας που έπλαθε τις σκέψεις του σε διαφορετικό σχήμα. Ήταν ένας νεαρός, λίγο παράξενος, που τον περισσότερο καιρό ήταν απασχολημένος με υπαρξιακά και αρκετά ενοχλητικά ερωτήματα. Η κυριότερη σκέψη που τον τριβέλιζε ήταν αυτή που έλεγε ότι κάθε άτομο έχει τουλάχιστον μία ξεχωριστή σκέψη, που είναι καθαρά προσωπική του. Μια σκέψη με χρώμα και ένταση και περιεχόμενο που μόνο αυτό το άτομο θα μπορούσε να κάνει.
Το όνειρο αυτού του τύπου ήταν να φτιάξει ένα διαστημόπλοιο, να κάνει μ’ αυτό βόλτες στο διάστημα και να μαζεύει όλες τις ξεχωριστές σκέψεις. Δεν πήγαινε σε κοινωνικές εκδηλώσεις ή διασκεδάσεις, δεν έβγαινε σχεδόν καθόλου έξω και όλο τον καιρό τον περνούσε φτιάχνοντας το διαστημόπλοιο. Έφτιαξε τη μηχανή στο σχήμα μιας σκέψης απορίας και το σύστημα πλοήγησης στο σχήμα μιας σκέψης καθαρής λογικής –και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Πρόσθεσε πολλές ακόμα περίπλοκες σκέψεις που θα τον βοηθούσαν να βρει το δρόμο του και να επιβιώσει έξω στο διάστημα, αλλά οι γείτονές του, που τον παρακολουθούσαν όσο δούλευε, είδαν ότι έκανε συνέχεια λάθη. Γιατί μόνο ένας εντελώς ανίδεος μπορούσε να φτιάξει μια σκέψη περιέργειας σε σχήμα μηχανής, ενώ είναι πασίγνωστο ότι αυτή η σκέψη έπρεπε να έχει το σχήμα μικροσκοπίου. Για να μη μιλήσουμε για το ότι μια σκέψη καθαρής λογικής –άμα δεν θέλεις να φανεί κάπως κακόγουστη- πρέπει να έχει το σχήμα ραφιού. Προσπάθησαν να του εξηγήσουν αλλά αυτός δεν άκουγε. Η επιθυμία του να βρει όλες τις αυθεντικές σκέψεις στο σύμπαν ξεπερνούσε κάθε όριο καλαισθησίας, πόσο μάλλον λογικής.
Μια νύχτα, ενώ ο νεαρός κοιμόταν, μερικοί από τους γείτονές του στο φεγγάρι μαζεύτηκαν όλοι μαζί και, επειδή τον λυπόντουσαν, αποσυναρμολόγησαν το σχεδόν ολοκληρωμένο διαστημόπλοιο και ξανατακτοποίησαν τις διάφορες σκέψεις που το αποτελούσαν όπως ήταν πρώτα. Όταν ο νεαρός σηκώθηκε το πρωί, βρήκε ράφια, βάζα, θερμός και μικροσκόπια εκεί που βρισκόταν το διαστημόπλοιό του, κι όλο αυτό το σωρό τον σκέπαζε μια σκέψη θλίψης –σε σχήμα κεντητού τραπεζομάντιλου- που είχε να κάνει με τον αγαπημένο του σκύλο που είχε πεθάνει.
Ο νεαρός δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με την έκπληξη αυτή. Κι αντί να πει ευχαριστώ έκανε σαν τρελός, άρχισε να χτυπιέται και να τα σπάει όλα. Οι άνθρωποι στο φεγγάρι τον κοίταζαν έκπληκτοι. Δεν τους άρεσε καθόλου αυτή του η συμπεριφορά. Το φεγγάρι, όπως ξέρετε, είναι ένας πλανήτης με πολύ μικρή δύναμη βαρύτητας. Κι όσο πιο μικρή είναι η βαρύτητα σ’ έναν πλανήτη, τόσο πιο εξαρτημένος είναι αυτός ο πλανήτης από την τάξη και την πειθαρχία, γιατί δεν θέλει και πολύ, αρκεί ένα μικρό σπρώξιμο για να χάσουν όλα τα πράγματα την ισορροπία τους. Κι αν όλοι όσοι ένιωθαν λίγη πικρία άρχιζαν να χτυπιούνται, τότε δεν θ’ αργούσε να έρθει η καταστροφή. Τελικά, όταν είδαν ότι ο νεαρός όπως πήγαινε δεν θα ηρεμούσε, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να σκεφτούν έναν τρόπο να τον σταματήσουν. Έτσι, σκέφτηκαν μια σκέψη απομόνωσης, τρία επί τρία, και τον έβαλαν μέσα, μια σκέψη στο μέγεθος ενός κελιού με πολύ χαμηλό ταβάνι. Και κάθε φορά που ο νεαρός ακουμπούσε κατά λάθος μια απ’ τις πλευρές, ένιωθε ένα παγωμένο σοκ που του θύμιζε τη μοναξιά του.
Μέσα σ’ αυτό το κελί ήταν που σκέφτηκε μια τελευταία σκέψη απόγνωσης σε σχήμα σχοινιού, έδεσε μια θηλιά και κρεμάστηκε. Οι άνθρωποι στο φεγγάρι ήταν τόσο ενθουσιασμένοι με την ιδέα ενός σχοινιού απόγνωσης με μια θηλιά στην άκρη που αμέσως βάλθηκαν κι αυτοί να σκέφτονται σκέψεις απόγνωσης και να τις τυλίγουν γύρω απ’ το λαιμό τους. Και μ’ αυτό τον τρόπο εξαφανίστηκαν όλοι οι άνθρωποι απ’ το φεγγάρι, κι ό,τι απόμεινε πίσω τους ήταν αυτό το κελί απομόνωσης. Αλλά μετά από εκατό χρόνια διαστημικών καταιγίδων καταστράφηκε κι αυτό.
Όταν το πρώτο διαστημόπλοιο έφτασε στο φεγγάρι, οι αστροναύτες δεν μπόρεσαν να βρουν κανέναν εκεί πάνω. Το μόνο που βρήκαν ήταν εκατομμύρια κρατήρες. Στην αρχή οι αστροναύτες νόμισαν ότι αυτοί οι κρατήρες ήταν αρχαίοι τάφοι ανθρώπων που κάποτε ζούσαν στο φεγγάρι. Μονάχα όταν τους εξέτασαν καλύτερα ανακάλυψαν ότι αυτοί οι κρατήρες ήταν απλώς σκέψεις για το τίποτα.

(Etgar Keret)



Etgar Keret is on Myspace

Etgar Keret is on Facebook

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Η Συβαρίτισσα


Στον κάθε αργοπορημένο Ρωμιό ξύπνησε ένας αυτάρεσκος σατραπίσκος
Η μάσκα της αγριάδας που φορούσε μόνιμα για να μη λογοδοτεί σε κανέναν γινόταν ο μόνιμος εφιάλτης στον ύπνο των παιδιών του
Λέσχη των ευγενών κυρίων τα μπορντέλα, αληθινός παράδεισος της κοινωνικής αφρόκρεμας και κάθε αρσενικού που σεβόταν τον αντρισμό του
Η κοινωνική ηθική θεμελιώνεται απομονώνοντας τις αθέατες τίμιες στα γκέτο της οικογένειας και τις πουτάνες στα μπορντέλα τους
Οι πρώτες, λυσσασμένες για το φιάσκο της γαμικής ευτυχίας και την πλάνη της αιωνιότητάς της, χρεώνουν κάθε παιδί που γεννιέται για την καταδίκη τους
Πολλές μανάδες στερούμενες τον εραστή-σύζυγο μισούν τα παιδιά τους
Άλλες τα εγκαταλείπουν ή παραφρονούν
Σύμφωνα με το μύθο της οικογενειακής ευτυχίας τα παιδιά αποτελούν συμπληρώματα διαιώνισης της ακλόνητης σταθερότητάς της
Να ήταν η Μήδεια σπλαχνική δολοφονώντας τα παιδιά της;
Ή μήπως η τραγωδία βάζει τον θεμέλιο λίθο στη νέα ηθική της μονογαμίας;
Ποιος εμπόδιζε την πολυγαμική Μήδεια να κοιμηθεί μ’ έναν άλλο άντρα;
Ο Ευριπίδης και η εποχή του
Το μόνο που δεν απασχόλησε τους σερνικούς νομοθέτες τότε ήταν η μοίρα των παιδιών
Η ανηθικότητα θέριεψε έκτοτε στα φλογισμένα μυαλά των στερημένων θηλυκών σαν την αγριοσυκιά στα εγκαταλειμμένα ερείπια στην ύπαιθρο
Γιατί το ανθρώπινο κορμί δε γνωρίζει γράμματα και δεν έμαθε ποτέ τους απαγορευτικούς νόμους που το καταδίκαζαν στη στέρηση
Οι γυναίκες που δε μηχανεύτηκαν διέξοδα να ικανοποιήσουν την πείνα τους γίνηκαν εγκληματικές
Αντίθετα, με το ευτυχισμένο σώμα που είναι το άλας της γης
Όσο για τα παιδιά της Μήδειας
Τα σκότωσε ο Ευριπίδης
Το ίδιο άνετα όσο και οι μεταγενέστεροί του επινοώντας έναν πατέρα-θεό που υποχρεώνει τον μονογενή υιό Του να πεθάνει στο σταυρό.

Άαχ, τα παλιά καλά χρόνια!
(Λιλή Ζωγράφου)


Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΙΣ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ



Σα μπαίνει το καράβι της αγάπης, τη νύχτα μες στο λιμάνι, το υποδέχονται οι μυστηριώδεις μουσικές της ερημιάς. Γύρω, τα νερά γιομίζουν λουλούδια όλων των ειδών και όλων των χρωμάτων, και μιαν άσπρη σειρά από γυμνές γυναίκες μας περιμένει στην προκυμαία. Είναι έτοιμες, όλες τους, στο πρώτα μας νεύμα, να φορέσουν αμέσως την κόκκινη στολή των βουτηχτάδων. Όχι όμως για να κατεβούν στα βάθη της θάλασσας, αλλά μόνο και μόνο για να ’ρθουν να μας περιμένουν, ίσως και ώρες ολόκληρες, ακούραστα, στοργικά, στην είσοδο του υπογείου σιδηροδρόμου. Εμείς, φυσικά, φτάνουμε αναπάντεχα, κουνώντας τα μεγάλα φτερά μας και φωνάζοντας λόγια ασυνάρτητα κι ωραία. Τότες γίνεται απότομα πιο αισθητή η ησυχία του εξοχικού τοπίου, κι έτσι μες στα σκοτάδια, απ’ τα χωράφια, ξεπετιούνται άνθρωποι μαυροντυμένοι, που είναι οι κομήτες, και πιάνα ορθά, με τα λευκά τους πλήκτρα, που είναι τα άστρα. Οι σημαίες κυματίζουν στον άνεμο, σε κανονικά διαστήματα ηχούν τα μυδραλιοβόλα, και τα παιδιά τραγουδούν. Στ’ αυτιά μας ακούμε τα προφητικά ονόματα των γυναικών που θ’ αγαπούσαμε. Επίσης και το όνομα μιας πόλεως: Σινώπη. Εγώ όμως δεν φοβούμαι το θάνατο, γιατί αγαπώ τη ζωή.

(Νίκος Εγγονόπουλος)










Σάββατο 24 Ιουλίου 2010

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ




ΑΡΕΤΟΥΣΑ
«Νένα, λογιάζω να θαρρείς πως με το θέλημά μου
βάνω τα ξύλα στη φωτιάν, και καίγω την καρδιά μου.
Η όρεξή μου, Νένα μου, ο νους κ’ οι λογισμοί μου,
μακράν οδόν επιάσασι, δεν είναι πλιό δικοί μου.
Θωρώ κ’ εξαναγίνηκα, γνωρίζω το απατή μου,
γιατί όλα αλλάξαν εις εμέ, δεν είμαι πλιό σαν ήμου’.
Πολλοί τον Ήλιον πεθυμούν, τη λάμψιν του ζητούσι,
κι άλλοι πολλοί όντε τον-ε δουν, το φως τως καταλούσι’•
άλλος τη βράση ορέγεται, άλλος κρυόν αέρα,
κι άλλος το σκότος πεθυμά, και βλάφτει τον η μέρα.
Πολλοί απ’ τσι μεγαλότητες τούτου του Κόσμου φεύγουν,
την ταπεινότη ορέγουνται και τη φτωχειά γυρεύγουν•
άλλοι το πλούτος πεθυμούν και τη φτωχειά μισούσι,
κι άλλοι ξετρέχουν το κακό, σπουδάζου’ να το βρούσι.
Κι ο Κόσμος από την αρχήν εδέτσι εθεμελιώθει,
και πορπατεί καθένας μας εκεί, που η Τύχη αμπώθει.

»Α’ θέλω τον Ρωτόκριτον Ταίρι να τον-ε κάμω,
και μετ’ αυτό αν ορέγομαι και θέ’ να κάμω γάμο,
εκείνους τους λογαριασμούς, τ’ αφτιά μου οπού σου ακούσα’,
την ώρα τούτη εχάσα τους, δεν είμαι η Αρετούσα.
Σαν πώς θαρρείς κ’ ευρίσκομαι, πώς κρίνομαι, πώς είμαι;
Τιμή κι ο φόβος του Κυρού σφίγγει με και κρατεί με.
Κι από την άλλη ο Έρωτας, μ’ έχει έτσι πληγωμένη,
οπού δεν ξεύρω ο νικητής ποιος είναι οπ’ απομένει.

»Ωσάν το φυλλοκάλαμο σ’ ανέμου κακοσύνη,
οπού καμιάν ανάπαψη να πάρει δεν τ’ αφήνει,
μα ώρες επά, κι ώρες εκεί τα’ αμπώθουν οι ανέμοι,
κι ανεβοκατεβάζουν το, κ’ εκείνο πάντα τρέμει-
εδέτσι ευρίσκομαι κ’ εγώ. Ανάθεμα έτοια ζήση,
μιάν ώρα ανέγνοια το κακό δε θέλει να μ’ αφήσει!

»Αρχή ήτονε πολλά μικρή κι αψήφιστη, την πρώτη,
κι ουδ’ όλπιζα να σκλαβωθεί έτοιας λογής η νιότη.
Μιά κάποια λίγη πεθυμιά θυμούμαι κ’ ήρχισέ μου,
και τα τραγούδι κι ο σκοπός εγρίκου’ κ’ ήρεσέ μου.
Κ’ ελόγιαζα κ’ η Πεθυμιά σε λίγο ν’ απομείνει,
μα επλήθαινε με τον καιρόν, Πόθος κι Αγάπη εγίνη.
Και δεν κατέχω να το πω, ίντα λογής μου εφάνη,
και πώς εξάπλωσεν εδά, κι όλον το νου μου πιάνει.
Πράμ’ άλλο δεν ελόγιαζα, μα Πόθο είχα μεγάλον,
να του γρικώ να τραγουδεί έτσι γλυκιά παρ’ άλλον.
Κι αγάλια-αγάλια η Πεθυμιά την όρεξιν εκίνα,
κι ο Έρωτας με πιβουλιά τσι προξενιές μού εμήνα.
Κι α’ μου μιλούσι, δε γρικώ, ουδέ κατέχω πού’ μαι,
κρίνομαι, βασανίζομαι, ξύπνου κι όντε κοιμούμαι.
Κ’ εβγήκα από τα φωτερά, κ’ εμπήκα στο σκοτίδι,
και του άρρωστου η λιγοθυμιά συχνιά-συχνιά μου δίδει.
Μπορώ να πω κ’ η ζήση μου από την ώρα εκείνη,
οπού’βαλα το λογισμόν, έτοιας λογής με κρίνει.
Ωσάν καράβι όντε βρεθεί στο πέλαγος και πλέγει,
με δίχως ναύτες, μοναχό, και να πνιγεί γυρεύγει,
κι ο άνεμος κ’ η θάλασσα του’χουν κακιά μεγάλην,
και τρέχει πάντα στον πνιμόν, δίχως βοήθειαν άλλην-
εδέτσι ευρίσκομαι κ’ εγώ, πλιό δεν μπορώ να ζήσω,
τρέχω και πορπατώ να βρω χαράκι, να σκορπίσω.




»Κατέχεις το, πως την καρδιάν ο Έρωτας δοξεύγει,
και νοικοκύρης γίνεται, τα φύλλα τση γυρεύγει.
Και δεν μπορεί ν’ αντισταθεί κιανείς, και να του φύγει,
κι ουδέ κοπιά αδιαφόρετα, ως πάγει στο κυνήγι.
Ο Ρώκριτος είν’ Έρωτας, κι αν και φτερά δεν έχει,
μηδέ θαρρείς κ’ εχάσε τα –πού βρίσκουνται, κατέχει.
Εις την καρδιά μου τα’πεψε, κ’ εκεί’ναι τα φτερά του,
γιαύτος πετά και φεύγει μου, κ’ ευρίσκομαι μακρά του.

»Μα μ’ όλον οπού’ν’ Έρωτας, κι οπού’χει χάριν τόση,
τιμής σημάδι κ’ ευγενειάς πάντα τού θέλω δώσει.
Και τάσσω σου, πώς να με δεις σ’ ετούτον αντρειωμένην,
μ’ όλον που μου’χει την καρδιά στη μέσην πληγωμένην.
Δίχως ψεγάδι βούλομαι να πά’ να βρω τον Χάρο,
‘το δε θελήσει ο Κύρης μου Άντρα να τον-ε πάρω.
Ρέγομαι να τον-ε θωρώ, γιατί όμορφος εγίνη,
άλλο ασκημάδι-ν εις εμέ δε θέλεις δει, Φροσύνη.
Μόνο από λόγου μου θωριάν ευγενική θέ’ να’χει,
και τιμημένην εμιλιά σε τόπο, όπου μου λάχει.
Αμή άλλο τίβοτσι από με δε θέλει δει άτιες, Νένα,
και λογισμό μη βάνεις ποιο, και πίστεψέ μου εμένα. »

(Βιτσέντζος Κορνάρος)

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ


Αυτοκτόνησε σ' ένα κωλοξενοδοχείο, στο Ντητρόιτ
κι όταν τον βρήκαν ήταν κόκαλο:
ποντικοφάρμακο...
Εγώ είχα αναλάβει εκεί πέρα
να παίρνω τα νοίκια
και να μαζεύω τα σκουπίδια.
Κάθισα και τους κοίταξα να του μπήγουν τη βελόνα.
Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα και κάποιος
του έκλεισε τα βλέφαρα.
Ύστερα η βελόνα άρχισε να "κρατά".
Είχε πεθάνει καρφωμένος στην καρέκλα,
κι άρχιζε να γέρνει.
Βρήκαν 2 γράμματα της αδελφής του από άλλη πόλη.
Τον έβαλαν στο φορείο και τον κατέβασαν τις σκάλες.
Τα σεντόνια ήταν ακόμα σχετικά καθαρά κι απλώς
έστρωσα το κρεβάτι και άδειασα την ντουλάπα.
Όταν βγήκα έξω, όλοι οι μπεκρήδες ήταν στο διάδρομο
με τα σώβρακα και τις βρόμικες φανέλες τους-
αξύριστοι, ξενέρωτοι.
"Ντάξει, μαϊμούδες", τους είπα, "πάρτε τη σαβούρα σας
κι αδειάστε μου το διάδρομο. Δε γουστάρω να σας
βλέπω!"
"Πέθανε κύριε", είπε κάποιος∙ ήταν ο Μπένυ ο Χασούρας.
"Ντάξει, Μπένυ" του είπα,
"έχεις το δωμάτιό του για ένα βράδυ!".
Θα έπρεπε να δείτε τους άλλους, πώς εξαφανίστηκαν
Ο θάνατος δεν είναι δα και τόσο μεγάλη υπόθεση,
όταν έχεις ανάγκη να κοιμηθείς κάπου!
(Charles Bukowski)