"Θα δοθώ ολάκαιρος στην άμεση Ενέργεια... Τώρα ταχτοποιώ εδώ τα γραφτά μου, σαν να πρόκειται να φύγω ή να πεθάνω". (Νίκος Καζαντζάκης)

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

ΤΟ ΞΟΔΙ


















Είδα τ' αγόρια του καλοκαιριού
να κατουρούν τον θάνατο στην άμμο
Χλευάζοντας τους σκοτεινούς χρησμούς
ανύποπτα για τους τεφρούς χειμώνες.
Τα είδα να μεγαλώνουνε
Στους ίσκιους των λεμονανθών
με φαγωμένα γόνατα να τρέχουν στους λειμώνες
σκορπώντας γέλια και χαρές
σαν βουερά πηγάδια
ταράσσοντας τα ράθυμα σκοτάδια
των γονιών τους.

Τα είδα να απελπίζονται
Με λαχανιάσματα κρυφά
στου έρωτα τις εσχατιές
θωπεύοντας νεκρά σκυλιά
φτύνοντας σάπιο χώμα
και σ' εργοστάσια σκυθρωπά
να κρέμονται απ' τις οροφές
-θλιμμένοι Σούφι χορευτές
στην τελευταία γυροβολιά-
και στην μανία του καιρού
να στήνουν γλέντια και χαρές
στον άνεμο προσφέροντας
αίμα, κρασί και στάχτη
τα δεκαεφτά τους χρόνια.

Είδα τα αγόρια του καλοκαιριού
Τα χέρια τους, ξερά κλαδιά στην άμμο.

Παντελής Ροδοστόγλου

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

ΒΑΡΙΑ ΠΡΟΣΒΟΛΗ











Με χτύπησαν στη ράχη

Με ρόπαλο βαριά

και σφυχτικά μαστίγια

Με σιδερένιες γροθιές.

Μα εγώ δεν βόγγηξα.


Με χτύπησαν κατάμουτρα

Με πέτρες και με κοντακιές

Και με σιδερένιες γροθιές.

Και δεν έβγαλα άχνα.


Μα μια μέρα

Με χτύπησαν

-γλυκά και προστατευτικά-

Στη ράχη

Και τότε σήκωσα άγρια φωνή!

Μενέλαος Λουντέμης

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

ΓΡΑΜΜΑΤΑ Σ' ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ














Αγαπητέ μου Κύριε Kappus,

Πέρασε τόσος καιρός από τότε που πήρα το τελευταίο γράμμα σας!.. Μη με συνεριζόσαστε: δουλειά στην αρχή, καθημερνές έγνοιες έπειτα, κακοδιαθεσίες τέλος, μ’ εμπόδιζαν ολοένα να σας γράψω· κι ήθελα η απάντησή μου νά ’ναι καρπός και γαλήνιων ημερών. Τώρα νιώθω πάλι κάπως καλύτερα (νιώσαμε κι εδώ έντονα τις απότομες κι οδυνηρές εναλλαγές που φέρνει πάντα η άνοιξη στην ψυχική μας διάθεση), κι έρχομαι να σας σφίξω το χέρι και να σας πω, όσο μπορώ πιο καλά (και μ’ όλη μου την καρδιά), τόσα και τόσα γύρω στο τελευταίο σας γράμμα.

Βλέπετε: έχω αντιγράψει εδώ το σονέτο σας, επειδή βρίσκω πως είναι όμορφο κι απλό και πως η φόρμα, όπου το ποίημά σας γεννήθηκε, του επιτρέπει να πορεύεται με τόσο γαλήνια σεμνότητα. Οι στίχοι αυτοί είν’ οι καλύτεροί σας- απ’ όσους έχω διαβάσει ως σήμερα. Και τώρα σας στέλνω τούτο το αντίγραφο, επειδή ξέρω πόσο σπουδαίο, πόσο διδαχτικό είναι να ξαναβρίσκεις το έργο σου γραμμένο από ξένο χέρι. Διαβάστε αυτούς τους στίχους, σα νά ’ταν ξένοι, και θα νιώσετε μες στα εσώτατα βάθη σας πόσο είναι δικοί σας.

Χαιρόμουν αληθινά σαν διάβαζα και ξαναδιάβαζα το σονέτο αυτό και το γράμμα σας. Σας ευχαριστώ και για τα δυο.

Μην αφήσετε να σας κυριέψει στη μοναξιά σας ανησυχία και ταραχή, επειδή νιώθετε μέσα σας έναν αόριστο πόθο να ξεφύγετε απ’ τη μόνωσή σας. Ίσα-ίσα αυτός ο πόθος –αν τον μεταχειριστείτε γαλήνια και στοχαστικά, σα μέσο για κάποιο σκοπό- θα σας βοηθήσει ν’ απλώσετε τη μοναξιά σας σε πιο πλούσιο και πιο πλατύ χώρο. Οι άνθρωποι έχουν βρει για το κάθε τι την ευκολότερη απ’ όλες τις εύκολες λύσεις. Είναι, ωστόσο, φανερό πως πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο· κάθε ζωντανή ύπαρξη σ’ αυτό στέκεται. Το κάθε τι στη φύση αξαίνει κι «αμύνεται» κατά το δικό του τρόπο· από μέσα του ξεπηδάει μια ατομικότητα ολότελα δική του, που μάχεται να μείνει δική του με κάθε μέσο κι ενάντια σ’ όλα τα εμπόδια. Λίγα πράματα ξέρουμε· όμως, για το ότι πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο, θά ’μαστε πάντα σίγουροι. Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Ένας παραπάνω λόγος για να επιχειρήσουμε κάτι, πρέπει νά ’ναι η δυσκολία που το κάτι αυτό παρουσιάζει.

Γόνιμος είναι κι ο έρωτας: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος. Έρωτας του ανθρώπου για τον άνθρωπο: ίσως αυτό νά ’ναι το δυσκολότερο απ’ όσα μας έταξεν η μοίρα, το πιο απόμακρο, η τελευταία δοκιμασία, το έργο που όλα τ’ άλλα δεν είναι παρά προετοιμασία και προπαρασκευή του. Γι’ αυτό κι οι νέοι –που είναι «αρχάριοι» στο κάθε τι- δεν ξέρουν ακόμα ν’ αγαπούν: πρέπει να διδαχτούν τον έρωτα. Με όλο τους το είναι, με όλες τους τις δυνάμεις συμμαζεμένες γύρω στην ερημική φοβισμένη καρδιά τους, που οι χτύποι της ψηλώνουν ολοένα, πρέπει να μάθουν να αγαπούν. Ο καιρός όμως της μαθητείας είναι πάντα καιρός μακρόχρονου «εγκλεισμού». Έτσι είναι, για πολύν καιρό, κι ο έρωτας: μοναξιά, ολοένα και πιο έντονη και πιο βαθιά μόνωση. Έρωτας δε θα πει ν’ ανοίγεσαι ευθύς, να δίνεσαι, να ενώνεσαι με κάποιον Άλλον (τι θα ήταν, άλλωστε, η ένωση δύο όντων ακαθόριστων ακόμα, ατέλειωτων, ανοργάνωτων;)· είναι μια σπάνια ευκαιρία για να ωριμάσεις, ν’ αποχτήσεις μιαν υπόσταση δική σου, να γίνεις εσύ ένας ολόκληρος Κόσμος, για χάρη κάποιου άλλου, αγαπημένου προσώπου· είναι μια υψηλή, ακράτητη αξίωση, που σε χρίζει εκλεκτό της και σε σπρώχνει προς τ’ απέραντα πλάτη. Μόνο έτσι θά ’πρεπε να μεταχειρίζονται οι νέοι τον έρωτά τους: σαν ένα καθήκον που τους υποχρεώνει να εργάζονται αδιάκοπα στο μέσα τους κόσμο («ν’ ακρομάζονται και να σφυροκοπάνε νύχτα-μέρα»). Δεν είναι ακόμα ώριμοι για το δόσιμο του εαυτού τους μέσα σ’ ένα άλλο άτομο, για οποιοδήποτε τρόπο Ένωσης. (Πρέπει, πρώτα, και για πολύν-πολύν καιρό, να μαζεύουν και να θησαυρίζουν ολοένα.) Η Ένωση αυτή, το δόσιμο αυτό, είναι το στερνό σκαλοπάτι· ίσως η ανθρώπινη ζωή να μη μπορεί ακόμα να το χωρέσει.

Εδώ όμως λαθεύουν οι νέοι τόσο συχνά και τόσο βαριά: ορμάνε ακράτητοι ο ένας προς τον άλλον, όταν τους αγγίξει η αγάπη (είναι στη φύση τους να μη μπορούν να περιμένουν), σκορπίζονται εδώ κι εκεί, ενώ η ψυχή τους είναι γεμάτη ακεφιά, ακαταστασία και ταραχή… Τι μπορεί όμως να βγει απ’ αυτό; Τι μπορεί να κάνει η ζωή τούτο το μπερδεμένο σωρό των μισοσπασμένων υλικών, που αυτοί τα ονομάζουν «ένωσή» τους και πολύ θά ’θελαν να τα ονομάσουν «ευτυχία» τους; Και τι τους μέλλεται το αύριο; Καθένας τους αφανίζεται για χάρη του άλλου κι αφανίζει σύγκαιρα τον άλλον κι άλλους πολλούς ακόμα, που ίσως να ’ρχόντουσαν κατόπι. Χάνει το νόημα της απεραντοσύνης, χάνει όλες του τις δυνατότητες· ανταλλάζει το «πήγαιν’-έλα» των σιωπηλών, γεμάτων υποσχέσεις, πραγμάτων, με ένα στείρο ανακάτεμα, απ’ όπου δε μπορεί να βγει άλλο τίποτα παρά σιχασιά, απογοήτευση και φτώχεια. Δεν του μένει παρά να γυρέψει σωτηρία σε μιαν απ’ τις άπειρες συμβατικές καταστάσεις που είναι παντού στημένες, σα δημόσια καταφύγια, γύρω απ’ αυτόν τον επικίνδυνο δρόμο. Καμιά περιοχή της ανθρώπινης υπόστασης δεν είναι τόσο πολύ γεμάτη από συμβατικότητες, όσο τούτη εδώ: σωσίβια, βάρκες και ναυαγοσωστικά είναι στη διάθεσή του, κάθε είδους βοήθεια που ή κοινωνία έχει επινοήσει για τούτο το σκοπό. Για τους ανθρώπους ο έρωτας δεν είναι παρά μια απόλαυση, τον κατάντησαν λοιπόν κάτι εύκολο και φτηνό, ακίνδυνο και σίγουρο, όμοιο με τις απολαύσεις των δρόμων.

Αλήθεια πόσοι και πόσοι νέοι στάθηκαν ανίκανοι να βρουν το σωστό δρόμο της αγάπης, για πόσους τα σύνορα του έρωτα σταματάνε στο εύκολο, βιαστικό δόσιμο του εαυτού τους! (Οι περισσότεροι, άλλωστε, δε θα προχωρήσουν –σίγουρα- πιο πέρα από κει.) Νιώθουν, πολλοί, να λυγίζουν κάτ’ απ’ το βάρος αυτού του λάθους και πασχίζουν να κάνουν βιώσιμη και γόνιμη, με το δικό τους προσωπικό τρόπο, την κατάσταση αυτή όπου βρέθηκαν ριγμένοι. Η φύση τους τούς λέει πως τα προβλήματα του έρωτα –λιγότερο από άλλα, που είναι το ίδιο σημαντικά- δε μπορούν να λυθούν σύμφωνα με τούτον ή εκείνον το γενικό κανόνα που εφαρμόζεται σ’ όλες τις περιπτώσεις· νιώθουν πως τα προβλήματα αυτά –άμεσα προβλήματα ανθρώπου προς άνθρωπο- χρειάζονται, για κάθε περίπτωση, καινούργια, ιδιαίτερη, αποκλειστικά προσωπική απάντηση. Πως όμως αυτοί –μια και μπερδεύτηκαν πια έτσι αναμεταξύ τους που δεν ξεχωρίζουν ο ένας απ’ τον άλλον, μια και δεν έχουν πια τίποτα Δικό τους- πώς θα μπορούσαν να βρουν μέσα τους κάποιαν έξοδο, για να ξεφύγουν απ’ την άβυσσο όπου έχει βουλιάξει η μοναξιά τους;

Έρημοι κι αβοήθητοι, πορεύονται στα τυφλά κι ο ένας κι ο άλλος. Σκορπάνε τις καλύτερες δυνάμεις τους για να γλιτώσουν από συμβατικότητες όπως ο γάμος, και πέφτουν σ’ άλλες συμβατικές λύσεις, λιγότερο χτυπητές, το ίδιο όμως θανάσιμες. Επειδή μονάχα για συμβατικότητες είναι άξιοι. Ό,τι βγαίνει απ’ αυτές τις βιαστικές και ανυπόμονες ενώσεις, είναι πάντα συμβατικό. Κάθε σχέση που είναι καρπός αυτής της πλάνης έχει κάτι το συμβατικό, ακόμα κι αν είναι ασυνήθιστη (ή, όπως λέει ο κόσμος, ανήθικη). Κι ο χωρισμός ακόμα θά ’ταν μια συμβατική χειρονομία, μια απρόσωπη τυχαία απόφαση, αδύναμη κι άκαρπη.

Στον δρόμο του Έρωτα (όπως και στο δρόμο του Θανάτου, που είναι δύσκολος κι αυτός) δε θα βρεις –άμα τον αντικρύζεις σοβαρά- κανένα φως, καμιάν απόκριση, ούτε σημάδι, ούτε χαραγμένο δρόμο, για να σε βοηθήσουν. Καί για τα δυο τούτα καθήκοντα, που κρατάμε κρυμμένα μέσα μας και τα παραδίνουμε στους άλλους χωρίς να φωτίσουμε το μυστικό τους, δεν υπάρχουν γενικοί κανόνες. Όσο όμως πιο πολύ αποζητάμε τη μοναξιά στη ζωή μας, τόσο περισσότερο ζυγώνουμε το μεγάλο νόημα του θανάτου. Οι απαιτήσεις που, τραχύς και δύσκολος, ο έρωτας έχει απ’ τη ζωή μας σ’ όλη της την πορεία, είναι πάρα πολύ βαριές, κι εμείς, στα πρώτα μας βήματα, είμαστε πολύ αδύναμοι μπροστά τους. Αν όμως σταθούμε καρτερικοί και δεχτούμε τον έρωτα αυτόν σαν τραχιά μαθητεία –αντίς να χανόμαστε σ’ όλα κείνα τα εύκολα και κούφια παιχνίδια, που επινόησε ο άνθρωπος για να μην αντικρύζει κατάματα τη βαθύτατη σοβαρότητα της ζωής- ίσως τότε, κείνοι που θά ’ρθουν καιρό έπειτ’ από μας, να νιώσουν μια κάποια πρόοδο κι ένα ξαλάφρωμα· και θά ’ταν σημαντικό τούτο.

Σήμερα μόλις, μπορούμε κι αντικρύζουμε χωρίς προκατάληψη τις σχέσεις του ενός ανθρώπου με τον άλλον· οι προσπάθειές μας να «ζήσουμε» αυτές τις σχέσεις δεν έχουν μπροστά τους κανένα πρότυπο, κανένα παράδειγμα για να τις οδηγήσει. Κι όμως μέσα στο διάβα του καιρού υπάρχουν μερικά πρότυπα, που άλλο δε θέλουν παρά να βοηθήσουν τα δισταχτικά πρώτα μας βήματα.

Η Νέα Κοπέλα κι η Γυναίκα, στην καινούργια τους, την ατομική τους εξελικτική πορεία, μονάχα για λίγον καιρό θ’ αντιγράφουν τις αντρικές συνήθειες, καλές και κακές, μονάχα για λίγον καιρό θα μαϊμουδίζουν τ’ αντρικά επαγγέλματα. Άμα περάσει η αβεβαιότητα των μεταβατικών αυτών περιόδων, τότε θ’ αποφανεί πως οι γυναίκες διάβηκαν απ’ όλα αυτά τα (συχνά γελοία) μασκαρέματα, μόνο και μόνο για να ξεπλύνουν την εσώτατη ύπαρξή τους απ’ τις παραμορφωτικές επιδράσεις του άλλου φύλου. Οι γυναίκες –που μέσα τους κατοικεί μια ζωή πιο αυθόρμητη, πιο γόνιμη, γεμάτη από περισσότερη εμπιστοσύνη- είναι, σίγουρα, πιο ώριμες, πιο «ανθρώπινες» απ’ τον άντρα – το φαντασμένο κι ανυπόμονον αρσενικό, που καταφρονάει ό,τι νομίζει πως αγαπάει, επειδή δε γνώρισε ποτέ την τραχιά καρποφορία των σπλάχνων, που θα του ξάνοιγε (όπως στη γυναίκα) τα μυστικά βάθη της ζωής. Αυτή η «ανθρωπιά» της γυναίκας, ωριμασμένη μέσα στον πόνο και την καταφρόνια, θα βγει στο φως της μέρας, όταν η γυναίκα λυτρωθεί απ’ τις κοινωνικές συμβατικότητες, όπου την καταδικάζει η αποκλειστικά θηλυκή υπόστασή της. Κι οι άντρες, που δε νιώθουν ακόμα σήμερα πως η ώρα αυτή ζυγώνει, θα ξαφνιαστούν με τον ερχομό της και θα νικηθούν. Δεν αργεί η μέρα (σίγουρα σημάδια το μαρτυράνε κιόλας, προπάντων στις χώρες του βορρά) δεν αργεί η μέρα που η Νέα Κοπέλα θα υπάρξει, η Γυναίκα θα υπάρξει· που οι λέξεις «νέα κοπέλα» και «γυναίκα» δε θα σημαίνουν πια μονάχα το αντίθετο του αρσενικού, μα κάτι ξεχωριστό, που θά ’χει δική του αξία κι υπόσταση, κάτι που δε θά ’ναι απλό συμπλήρωμα άλλου, μα ολοκληρωμένη μορφή της ζωής και της ύπαρξης-: η γυναίκα-γνήσιος άνθρωπος.

Αυτή η πρόοδος (ενάντια στη θέληση του άντρα, που θα μείνει, στην αρχή, πίσω) θα μεταμορφώσει ριζικά την ερωτική ζωή, πλημμυρισμένην από τόσες πλάνες σήμερα: ο έρωτας δε θά ‘ναι πια σχέση άντρα με γυναίκα, αλλά Ανθρώπου με Άνθρωπο· θα στέκει πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση (γεμάτος άπειρη απαλότητα και σεβασμό, καλός και καθάριος σε όλα κείνα που σμίγει και χωρίζει). Θά ’ναι ο έρωτας που προετοιμάζουμε μ’ αγωνία και μόχθο: δυο Μοναχικοί Άνθρωποι, που θα προστατεύουν, θα συμπληρώνουν, θα περιορίζουν και θα σέβονται ο ένας τον άλλον.

Και τούτο ακόμα: μη νομίσετε πως χάθηκε ο μεγάλος έρωτας που σας κυρίεψε κάποτε στα εφηβικά σας χρόνια· δε μέστωσαν, τότε, εντός σας τρανοί κι ευγενικοί πόθοι και σχέδια που, σήμερα ακόμα, τροφοδοτούν τη ζωή σας; Πιστεύω πως αυτός ο έρωτας μένει έτσι άφθαρτος και δυνατός μέσα στη θύμησή σας, επειδή στάθηκε η πρώτη σας βαθιά μόνωση, ο πρώτος εσώτερος μόχθος που κάνατε στη ζωή σας.

Σας εύχομαι κάθε καλό, αγαπητέ Κύριε Kappus.

Δικός σας

RAINER MARIA RILKE

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

ΠΑΡΑΠΟΝΟ











Πολλά δεν είχα μα ένα μόνο γύρεψα·
πολύ το γύρεψα λίγο για να το λάβω.
Το γύρεψα τόσο πολύ που έπρεπε να μου δοθεί
άλλα μου δόθηκαν που δεν τα γύρεψα
τόσο που τ’ ονειρεύτηκα πολύ
που ήτανε λίγο σαν να τό ’χα λάβει.
Πολλά δεν γύρεψα ένα μονάχα μες στον κόσμο αυτό
και μόνο αυτό, αχ, που γύρεψα δεν είχα.

(Λένα Παππά)


Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

ΔΕΝ ΗΤΑΝΕ ΒΡΥΣΗ...

Δεν ήτανε βρύση να στερέψει
δεν ήτανε ποτάμι να ξεραθεί
λίμνη ν’ αδειάσει.
Μια θάλασσα απέραντη ήτανε
η αγάπη μου για σένα.

Έφυγες
μα όλα έμειναν δικά μου
όλα
αφού η αγάπη μου έμεινε
-μια θάλασσα απέραντη ήτανε-
αφού η αγάπη μου έμεινε
ζωντανή και γαλάζια.

Κυριακή.
Με τη σκέψη, τις θύμησες
την καρδιά και τα μάτια
σε σένα που έφυγες
μα δεν πήρες τίποτα μαζί σου
στην κλειστή μου την κάμαρα
σιγοκλαίω και πάλι.
(Νίκος Καρύδης)

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

ΟΡΓΗ

Όταν ο κεραυνός καίει το πολύφυλλο δέντρο

τον έφηβο βοσκό που τό’δε σαν ομπρέλα

μεσ’ στη νεροποντή, ή τη μεσόκοπη γυναίκα

που πάει ψωμί κι ελιές για γιόμα στον ξωμάχο,

φωνάζω προκαλώντας τον τυφλό εμπρηστή:

Υπάρχουν μεγιστάνες για να κάψεις

τόννοι χρυσάφι σε υπόγεια στεγανά

θωρακισμένα με γρανίτη

χορεύτριες άσεμνες πάνω απ’ τις στάχτες

έμμισθοι ναρκοθέτες και συσκοτιστές

στραγγαλιστές περιστεριών

νόμοι ενάντια στη φύση

και δολοφόνοι κατ’ επάγγελμα.

Δεν βλέπεις;

Έλα να σ’ οδηγήσω εγώ!

(Ρίτα Μπούμη Παπά
)

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

ΑΕΡΑΚΙ ΚΑΤΩ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

























Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς.

Γιατί καθώς μες στην κραιπάλη ξενοδοχείου
τα σώματα συμφύρονταν
νωθρά επειγόμενα να παρατείνουν
αναβολές μιας λύτρωσης μοιραίας

κάτι ανεμίσματα κουρτίνας
στο βλέμμα φανερώσαν φευγαλέα λωρίδα
Παρθενώνος
θραύοντας τον αργό συντονισμό
φουσκώνοντας τρελή βιασύνη
για συνοπτικές διαδικασίες

να βγω στον δρόμο
να γυρίσω σπίτι μου
να μαζευτώ
να δω τι κάνω.

(Γιάννης Βαρβέρης)

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Α, ΤΙ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ...




Α, τί ευκαιρία που χάθηκε για μένα,
τότε που ακόμη μ’ αγαπούσες, φως μου,
με της χαράς μου τα πανιά ανοιγμένα
ν’ άφηνα το ακρογιάλι αυτού του κόσμου!

Α, τί ευκαιρία , γλυκό μου φως! Τ’ αγέρι
θα με φιλούσε της αγάπης σου, όταν
το πλοίο, για να με πάει στα αιώνια μέρη,
στου Μηδενός τον πόντο θ’ ανοιγόταν.

Μα αυτό, στο μόλο, αργά, λικνίζει πάλι
όλο το πένθος ενός άδειου κόσμου.
Α, τι ευκαιρία ν’ αφήσω το ακρογιάλι
τότε που μ’ αγαπούσες, φως μου! Φως μου!

(Κώστας Καρθαίος)



Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ




Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αητό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ.
Μη με διαβάζετε όταν
Δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα…

Ώρα να πηγαίνω
Δεν έχω άλλο στήθος.

(Νίκος Καρούζος, Πενθήματα, 1969)


Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

MEΛΑΓΧΟΛΙΑ



Στον ουρανό ακροβατεί μεγάλη σκοτεινιά,
Κι έτσι καθώς με πήρε το πάραθυρο αγκαλιά,
με το ένα χέρι
στο δωμάτιο μέσα σέρνω
του δρόμου την απίστευτη ερημιά,
με το άλλο παίρνω
μια χούφτα συννεφιά
και στην ψυχή μου σπέρνω.

(Κική Δημουλά)








Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

ΜΙΑ ΣΚΕΨΗ ΣΕ ΣΧΗΜΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ


Αυτό το διήγημα μιλάει για τους ανθρώπους που ζούσαν κάποτε στο φεγγάρι. Σήμερα δεν υπάρχει πια κανείς εκεί πάνω, αλλά μέχρι πριν από μερικά χρόνια το μέρος ήταν φίσκα στον κόσμο. Οι άνθρωποι στο φεγγάρι πίστευαν ότι ήταν πολύ ξεχωριστοί, γιατί μπορούσαν να πλάθουν τις σκέψεις τους σε όποιο σχήμα ήθελαν. Σε σχήμα κανάτας ή τραπεζιού, ακόμα και στο σχήμα των παντελονιών «καμπάνα». Έτσι, οι άνθρωποι στο φεγγάρι μπορούσαν να πάνε στο κορίτσι τους ένα πρωτότυπο δώρο, όπως μια σκέψη «Σ’ αγαπώ» σε σχήμα κούπας του καφέ, ή μια «Θα ’μαι πιστός» σε σχήμα βάζου.
Ήταν πολύ εντυπωσιακές όλες αυτές οι σχηματοποιημένες σκέψεις, μόνο που με τον καιρό οι άνθρωποι στο φεγγάρι κατέληξαν σ’ ένα είδος συμφωνίας για το τι μορφή θα πρέπει να έχει κάθε σκέψη. Μια σκέψη μητρικής στοργής έπρεπε πάντα να έχει το σχήμα κουρτίνας, ενώ μια σκέψη πατρικής στοργής το σχήμα σταχτοδοχείου, έτσι δεν έπαιζε πια ρόλο σε ποιο σπίτι έμπαινες, όποιο και να ’ταν μπορούσες πάντα να μαντέψεις ποιες σκέψεις και σε τι σχήμα σε περίμεναν τακτοποιημένες πάνω στο τραπεζάκι του τσαγιού στο σαλόνι.
Απ’ όλους τους ανθρώπους στο φεγγάρι, υπήρχε μόνο ένας που έπλαθε τις σκέψεις του σε διαφορετικό σχήμα. Ήταν ένας νεαρός, λίγο παράξενος, που τον περισσότερο καιρό ήταν απασχολημένος με υπαρξιακά και αρκετά ενοχλητικά ερωτήματα. Η κυριότερη σκέψη που τον τριβέλιζε ήταν αυτή που έλεγε ότι κάθε άτομο έχει τουλάχιστον μία ξεχωριστή σκέψη, που είναι καθαρά προσωπική του. Μια σκέψη με χρώμα και ένταση και περιεχόμενο που μόνο αυτό το άτομο θα μπορούσε να κάνει.
Το όνειρο αυτού του τύπου ήταν να φτιάξει ένα διαστημόπλοιο, να κάνει μ’ αυτό βόλτες στο διάστημα και να μαζεύει όλες τις ξεχωριστές σκέψεις. Δεν πήγαινε σε κοινωνικές εκδηλώσεις ή διασκεδάσεις, δεν έβγαινε σχεδόν καθόλου έξω και όλο τον καιρό τον περνούσε φτιάχνοντας το διαστημόπλοιο. Έφτιαξε τη μηχανή στο σχήμα μιας σκέψης απορίας και το σύστημα πλοήγησης στο σχήμα μιας σκέψης καθαρής λογικής –και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Πρόσθεσε πολλές ακόμα περίπλοκες σκέψεις που θα τον βοηθούσαν να βρει το δρόμο του και να επιβιώσει έξω στο διάστημα, αλλά οι γείτονές του, που τον παρακολουθούσαν όσο δούλευε, είδαν ότι έκανε συνέχεια λάθη. Γιατί μόνο ένας εντελώς ανίδεος μπορούσε να φτιάξει μια σκέψη περιέργειας σε σχήμα μηχανής, ενώ είναι πασίγνωστο ότι αυτή η σκέψη έπρεπε να έχει το σχήμα μικροσκοπίου. Για να μη μιλήσουμε για το ότι μια σκέψη καθαρής λογικής –άμα δεν θέλεις να φανεί κάπως κακόγουστη- πρέπει να έχει το σχήμα ραφιού. Προσπάθησαν να του εξηγήσουν αλλά αυτός δεν άκουγε. Η επιθυμία του να βρει όλες τις αυθεντικές σκέψεις στο σύμπαν ξεπερνούσε κάθε όριο καλαισθησίας, πόσο μάλλον λογικής.
Μια νύχτα, ενώ ο νεαρός κοιμόταν, μερικοί από τους γείτονές του στο φεγγάρι μαζεύτηκαν όλοι μαζί και, επειδή τον λυπόντουσαν, αποσυναρμολόγησαν το σχεδόν ολοκληρωμένο διαστημόπλοιο και ξανατακτοποίησαν τις διάφορες σκέψεις που το αποτελούσαν όπως ήταν πρώτα. Όταν ο νεαρός σηκώθηκε το πρωί, βρήκε ράφια, βάζα, θερμός και μικροσκόπια εκεί που βρισκόταν το διαστημόπλοιό του, κι όλο αυτό το σωρό τον σκέπαζε μια σκέψη θλίψης –σε σχήμα κεντητού τραπεζομάντιλου- που είχε να κάνει με τον αγαπημένο του σκύλο που είχε πεθάνει.
Ο νεαρός δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με την έκπληξη αυτή. Κι αντί να πει ευχαριστώ έκανε σαν τρελός, άρχισε να χτυπιέται και να τα σπάει όλα. Οι άνθρωποι στο φεγγάρι τον κοίταζαν έκπληκτοι. Δεν τους άρεσε καθόλου αυτή του η συμπεριφορά. Το φεγγάρι, όπως ξέρετε, είναι ένας πλανήτης με πολύ μικρή δύναμη βαρύτητας. Κι όσο πιο μικρή είναι η βαρύτητα σ’ έναν πλανήτη, τόσο πιο εξαρτημένος είναι αυτός ο πλανήτης από την τάξη και την πειθαρχία, γιατί δεν θέλει και πολύ, αρκεί ένα μικρό σπρώξιμο για να χάσουν όλα τα πράγματα την ισορροπία τους. Κι αν όλοι όσοι ένιωθαν λίγη πικρία άρχιζαν να χτυπιούνται, τότε δεν θ’ αργούσε να έρθει η καταστροφή. Τελικά, όταν είδαν ότι ο νεαρός όπως πήγαινε δεν θα ηρεμούσε, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να σκεφτούν έναν τρόπο να τον σταματήσουν. Έτσι, σκέφτηκαν μια σκέψη απομόνωσης, τρία επί τρία, και τον έβαλαν μέσα, μια σκέψη στο μέγεθος ενός κελιού με πολύ χαμηλό ταβάνι. Και κάθε φορά που ο νεαρός ακουμπούσε κατά λάθος μια απ’ τις πλευρές, ένιωθε ένα παγωμένο σοκ που του θύμιζε τη μοναξιά του.
Μέσα σ’ αυτό το κελί ήταν που σκέφτηκε μια τελευταία σκέψη απόγνωσης σε σχήμα σχοινιού, έδεσε μια θηλιά και κρεμάστηκε. Οι άνθρωποι στο φεγγάρι ήταν τόσο ενθουσιασμένοι με την ιδέα ενός σχοινιού απόγνωσης με μια θηλιά στην άκρη που αμέσως βάλθηκαν κι αυτοί να σκέφτονται σκέψεις απόγνωσης και να τις τυλίγουν γύρω απ’ το λαιμό τους. Και μ’ αυτό τον τρόπο εξαφανίστηκαν όλοι οι άνθρωποι απ’ το φεγγάρι, κι ό,τι απόμεινε πίσω τους ήταν αυτό το κελί απομόνωσης. Αλλά μετά από εκατό χρόνια διαστημικών καταιγίδων καταστράφηκε κι αυτό.
Όταν το πρώτο διαστημόπλοιο έφτασε στο φεγγάρι, οι αστροναύτες δεν μπόρεσαν να βρουν κανέναν εκεί πάνω. Το μόνο που βρήκαν ήταν εκατομμύρια κρατήρες. Στην αρχή οι αστροναύτες νόμισαν ότι αυτοί οι κρατήρες ήταν αρχαίοι τάφοι ανθρώπων που κάποτε ζούσαν στο φεγγάρι. Μονάχα όταν τους εξέτασαν καλύτερα ανακάλυψαν ότι αυτοί οι κρατήρες ήταν απλώς σκέψεις για το τίποτα.

(Etgar Keret)



Etgar Keret is on Myspace

Etgar Keret is on Facebook

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Η Συβαρίτισσα


Στον κάθε αργοπορημένο Ρωμιό ξύπνησε ένας αυτάρεσκος σατραπίσκος
Η μάσκα της αγριάδας που φορούσε μόνιμα για να μη λογοδοτεί σε κανέναν γινόταν ο μόνιμος εφιάλτης στον ύπνο των παιδιών του
Λέσχη των ευγενών κυρίων τα μπορντέλα, αληθινός παράδεισος της κοινωνικής αφρόκρεμας και κάθε αρσενικού που σεβόταν τον αντρισμό του
Η κοινωνική ηθική θεμελιώνεται απομονώνοντας τις αθέατες τίμιες στα γκέτο της οικογένειας και τις πουτάνες στα μπορντέλα τους
Οι πρώτες, λυσσασμένες για το φιάσκο της γαμικής ευτυχίας και την πλάνη της αιωνιότητάς της, χρεώνουν κάθε παιδί που γεννιέται για την καταδίκη τους
Πολλές μανάδες στερούμενες τον εραστή-σύζυγο μισούν τα παιδιά τους
Άλλες τα εγκαταλείπουν ή παραφρονούν
Σύμφωνα με το μύθο της οικογενειακής ευτυχίας τα παιδιά αποτελούν συμπληρώματα διαιώνισης της ακλόνητης σταθερότητάς της
Να ήταν η Μήδεια σπλαχνική δολοφονώντας τα παιδιά της;
Ή μήπως η τραγωδία βάζει τον θεμέλιο λίθο στη νέα ηθική της μονογαμίας;
Ποιος εμπόδιζε την πολυγαμική Μήδεια να κοιμηθεί μ’ έναν άλλο άντρα;
Ο Ευριπίδης και η εποχή του
Το μόνο που δεν απασχόλησε τους σερνικούς νομοθέτες τότε ήταν η μοίρα των παιδιών
Η ανηθικότητα θέριεψε έκτοτε στα φλογισμένα μυαλά των στερημένων θηλυκών σαν την αγριοσυκιά στα εγκαταλειμμένα ερείπια στην ύπαιθρο
Γιατί το ανθρώπινο κορμί δε γνωρίζει γράμματα και δεν έμαθε ποτέ τους απαγορευτικούς νόμους που το καταδίκαζαν στη στέρηση
Οι γυναίκες που δε μηχανεύτηκαν διέξοδα να ικανοποιήσουν την πείνα τους γίνηκαν εγκληματικές
Αντίθετα, με το ευτυχισμένο σώμα που είναι το άλας της γης
Όσο για τα παιδιά της Μήδειας
Τα σκότωσε ο Ευριπίδης
Το ίδιο άνετα όσο και οι μεταγενέστεροί του επινοώντας έναν πατέρα-θεό που υποχρεώνει τον μονογενή υιό Του να πεθάνει στο σταυρό.

Άαχ, τα παλιά καλά χρόνια!
(Λιλή Ζωγράφου)


Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΙΣ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ



Σα μπαίνει το καράβι της αγάπης, τη νύχτα μες στο λιμάνι, το υποδέχονται οι μυστηριώδεις μουσικές της ερημιάς. Γύρω, τα νερά γιομίζουν λουλούδια όλων των ειδών και όλων των χρωμάτων, και μιαν άσπρη σειρά από γυμνές γυναίκες μας περιμένει στην προκυμαία. Είναι έτοιμες, όλες τους, στο πρώτα μας νεύμα, να φορέσουν αμέσως την κόκκινη στολή των βουτηχτάδων. Όχι όμως για να κατεβούν στα βάθη της θάλασσας, αλλά μόνο και μόνο για να ’ρθουν να μας περιμένουν, ίσως και ώρες ολόκληρες, ακούραστα, στοργικά, στην είσοδο του υπογείου σιδηροδρόμου. Εμείς, φυσικά, φτάνουμε αναπάντεχα, κουνώντας τα μεγάλα φτερά μας και φωνάζοντας λόγια ασυνάρτητα κι ωραία. Τότες γίνεται απότομα πιο αισθητή η ησυχία του εξοχικού τοπίου, κι έτσι μες στα σκοτάδια, απ’ τα χωράφια, ξεπετιούνται άνθρωποι μαυροντυμένοι, που είναι οι κομήτες, και πιάνα ορθά, με τα λευκά τους πλήκτρα, που είναι τα άστρα. Οι σημαίες κυματίζουν στον άνεμο, σε κανονικά διαστήματα ηχούν τα μυδραλιοβόλα, και τα παιδιά τραγουδούν. Στ’ αυτιά μας ακούμε τα προφητικά ονόματα των γυναικών που θ’ αγαπούσαμε. Επίσης και το όνομα μιας πόλεως: Σινώπη. Εγώ όμως δεν φοβούμαι το θάνατο, γιατί αγαπώ τη ζωή.

(Νίκος Εγγονόπουλος)










Σάββατο 24 Ιουλίου 2010

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ




ΑΡΕΤΟΥΣΑ
«Νένα, λογιάζω να θαρρείς πως με το θέλημά μου
βάνω τα ξύλα στη φωτιάν, και καίγω την καρδιά μου.
Η όρεξή μου, Νένα μου, ο νους κ’ οι λογισμοί μου,
μακράν οδόν επιάσασι, δεν είναι πλιό δικοί μου.
Θωρώ κ’ εξαναγίνηκα, γνωρίζω το απατή μου,
γιατί όλα αλλάξαν εις εμέ, δεν είμαι πλιό σαν ήμου’.
Πολλοί τον Ήλιον πεθυμούν, τη λάμψιν του ζητούσι,
κι άλλοι πολλοί όντε τον-ε δουν, το φως τως καταλούσι’•
άλλος τη βράση ορέγεται, άλλος κρυόν αέρα,
κι άλλος το σκότος πεθυμά, και βλάφτει τον η μέρα.
Πολλοί απ’ τσι μεγαλότητες τούτου του Κόσμου φεύγουν,
την ταπεινότη ορέγουνται και τη φτωχειά γυρεύγουν•
άλλοι το πλούτος πεθυμούν και τη φτωχειά μισούσι,
κι άλλοι ξετρέχουν το κακό, σπουδάζου’ να το βρούσι.
Κι ο Κόσμος από την αρχήν εδέτσι εθεμελιώθει,
και πορπατεί καθένας μας εκεί, που η Τύχη αμπώθει.

»Α’ θέλω τον Ρωτόκριτον Ταίρι να τον-ε κάμω,
και μετ’ αυτό αν ορέγομαι και θέ’ να κάμω γάμο,
εκείνους τους λογαριασμούς, τ’ αφτιά μου οπού σου ακούσα’,
την ώρα τούτη εχάσα τους, δεν είμαι η Αρετούσα.
Σαν πώς θαρρείς κ’ ευρίσκομαι, πώς κρίνομαι, πώς είμαι;
Τιμή κι ο φόβος του Κυρού σφίγγει με και κρατεί με.
Κι από την άλλη ο Έρωτας, μ’ έχει έτσι πληγωμένη,
οπού δεν ξεύρω ο νικητής ποιος είναι οπ’ απομένει.

»Ωσάν το φυλλοκάλαμο σ’ ανέμου κακοσύνη,
οπού καμιάν ανάπαψη να πάρει δεν τ’ αφήνει,
μα ώρες επά, κι ώρες εκεί τα’ αμπώθουν οι ανέμοι,
κι ανεβοκατεβάζουν το, κ’ εκείνο πάντα τρέμει-
εδέτσι ευρίσκομαι κ’ εγώ. Ανάθεμα έτοια ζήση,
μιάν ώρα ανέγνοια το κακό δε θέλει να μ’ αφήσει!

»Αρχή ήτονε πολλά μικρή κι αψήφιστη, την πρώτη,
κι ουδ’ όλπιζα να σκλαβωθεί έτοιας λογής η νιότη.
Μιά κάποια λίγη πεθυμιά θυμούμαι κ’ ήρχισέ μου,
και τα τραγούδι κι ο σκοπός εγρίκου’ κ’ ήρεσέ μου.
Κ’ ελόγιαζα κ’ η Πεθυμιά σε λίγο ν’ απομείνει,
μα επλήθαινε με τον καιρόν, Πόθος κι Αγάπη εγίνη.
Και δεν κατέχω να το πω, ίντα λογής μου εφάνη,
και πώς εξάπλωσεν εδά, κι όλον το νου μου πιάνει.
Πράμ’ άλλο δεν ελόγιαζα, μα Πόθο είχα μεγάλον,
να του γρικώ να τραγουδεί έτσι γλυκιά παρ’ άλλον.
Κι αγάλια-αγάλια η Πεθυμιά την όρεξιν εκίνα,
κι ο Έρωτας με πιβουλιά τσι προξενιές μού εμήνα.
Κι α’ μου μιλούσι, δε γρικώ, ουδέ κατέχω πού’ μαι,
κρίνομαι, βασανίζομαι, ξύπνου κι όντε κοιμούμαι.
Κ’ εβγήκα από τα φωτερά, κ’ εμπήκα στο σκοτίδι,
και του άρρωστου η λιγοθυμιά συχνιά-συχνιά μου δίδει.
Μπορώ να πω κ’ η ζήση μου από την ώρα εκείνη,
οπού’βαλα το λογισμόν, έτοιας λογής με κρίνει.
Ωσάν καράβι όντε βρεθεί στο πέλαγος και πλέγει,
με δίχως ναύτες, μοναχό, και να πνιγεί γυρεύγει,
κι ο άνεμος κ’ η θάλασσα του’χουν κακιά μεγάλην,
και τρέχει πάντα στον πνιμόν, δίχως βοήθειαν άλλην-
εδέτσι ευρίσκομαι κ’ εγώ, πλιό δεν μπορώ να ζήσω,
τρέχω και πορπατώ να βρω χαράκι, να σκορπίσω.




»Κατέχεις το, πως την καρδιάν ο Έρωτας δοξεύγει,
και νοικοκύρης γίνεται, τα φύλλα τση γυρεύγει.
Και δεν μπορεί ν’ αντισταθεί κιανείς, και να του φύγει,
κι ουδέ κοπιά αδιαφόρετα, ως πάγει στο κυνήγι.
Ο Ρώκριτος είν’ Έρωτας, κι αν και φτερά δεν έχει,
μηδέ θαρρείς κ’ εχάσε τα –πού βρίσκουνται, κατέχει.
Εις την καρδιά μου τα’πεψε, κ’ εκεί’ναι τα φτερά του,
γιαύτος πετά και φεύγει μου, κ’ ευρίσκομαι μακρά του.

»Μα μ’ όλον οπού’ν’ Έρωτας, κι οπού’χει χάριν τόση,
τιμής σημάδι κ’ ευγενειάς πάντα τού θέλω δώσει.
Και τάσσω σου, πώς να με δεις σ’ ετούτον αντρειωμένην,
μ’ όλον που μου’χει την καρδιά στη μέσην πληγωμένην.
Δίχως ψεγάδι βούλομαι να πά’ να βρω τον Χάρο,
‘το δε θελήσει ο Κύρης μου Άντρα να τον-ε πάρω.
Ρέγομαι να τον-ε θωρώ, γιατί όμορφος εγίνη,
άλλο ασκημάδι-ν εις εμέ δε θέλεις δει, Φροσύνη.
Μόνο από λόγου μου θωριάν ευγενική θέ’ να’χει,
και τιμημένην εμιλιά σε τόπο, όπου μου λάχει.
Αμή άλλο τίβοτσι από με δε θέλει δει άτιες, Νένα,
και λογισμό μη βάνεις ποιο, και πίστεψέ μου εμένα. »

(Βιτσέντζος Κορνάρος)

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ


Αυτοκτόνησε σ' ένα κωλοξενοδοχείο, στο Ντητρόιτ
κι όταν τον βρήκαν ήταν κόκαλο:
ποντικοφάρμακο...
Εγώ είχα αναλάβει εκεί πέρα
να παίρνω τα νοίκια
και να μαζεύω τα σκουπίδια.
Κάθισα και τους κοίταξα να του μπήγουν τη βελόνα.
Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα και κάποιος
του έκλεισε τα βλέφαρα.
Ύστερα η βελόνα άρχισε να "κρατά".
Είχε πεθάνει καρφωμένος στην καρέκλα,
κι άρχιζε να γέρνει.
Βρήκαν 2 γράμματα της αδελφής του από άλλη πόλη.
Τον έβαλαν στο φορείο και τον κατέβασαν τις σκάλες.
Τα σεντόνια ήταν ακόμα σχετικά καθαρά κι απλώς
έστρωσα το κρεβάτι και άδειασα την ντουλάπα.
Όταν βγήκα έξω, όλοι οι μπεκρήδες ήταν στο διάδρομο
με τα σώβρακα και τις βρόμικες φανέλες τους-
αξύριστοι, ξενέρωτοι.
"Ντάξει, μαϊμούδες", τους είπα, "πάρτε τη σαβούρα σας
κι αδειάστε μου το διάδρομο. Δε γουστάρω να σας
βλέπω!"
"Πέθανε κύριε", είπε κάποιος∙ ήταν ο Μπένυ ο Χασούρας.
"Ντάξει, Μπένυ" του είπα,
"έχεις το δωμάτιό του για ένα βράδυ!".
Θα έπρεπε να δείτε τους άλλους, πώς εξαφανίστηκαν
Ο θάνατος δεν είναι δα και τόσο μεγάλη υπόθεση,
όταν έχεις ανάγκη να κοιμηθείς κάπου!
(Charles Bukowski)













Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΝΗΣΥΧΙΑΣ


Έτσι είμαι, επιπόλαιος και ευαίσθητος, ικανός για βίαιες παρορμήσεις που με απορροφούν ολόκληρο, καλές και κακές, ευγενείς και χυδαίες, αλλά ποτέ για κάποιο συναίσθημα που διαρκεί, για κάποια συγκίνηση που εμμένει και εισχωρεί στην ουσία της ψυχής. Όλα σ’ εμένα είναι η τάση να γίνουν στη συνέχεια κάτι άλλο, μια ανυπομονησία της ψυχής με τον ίδιο της τον εαυτό, σαν αυτή που νιώθουμε για ένα ενοχλητικό παιδί, μια ανησυχία διαρκώς αυξανόμενη και πάντοτε ίδια. Όλα μ’ ενδιαφέρουν και τίποτα δεν με συγκινεί. Δοκιμάζω τα πάντα, ενώ διαρκώς ονειρεύομαι. Προσέχω τις παραμικρές εκφράσεις στο πρόσωπο του συνομιλητή μου, παρατηρώ τις απειροελάχιστες διακυμάνσεις στο λόγο, αλλά τον ακούω δίχως να προσέχω, σκέφτομαι κάτι άλλο, κι αυτό που θυμάμαι λιγότερο από τη συζήτηση είναι το νόημα των όσων λέχθηκαν από μέρους μου ή από μέρους του συνομιλητή μου. Έτσι, πολλές φορές επαναλαμβάνω σε κάποιον αυτό που του έχω ήδη επαναλάβει, τον ρωτάω εκ νέου αυτό για το οποίο μου έχει ήδη απαντήσει, αλλά μπορώ να περιγράψω με τέσσερις φωτογραφικές λέξεις την έκφραση των μυών του προσώπου του καθώς έλεγε αυτό που δεν θυμάμαι ή τον τρόπο που άκουσε με τα μάτια τη διήγηση που δεν θυμόμουν ότι του είχα ήδη κάνει. Είμαι δύο –και οι δύο βρίσκονται σε απόσταση- σιαμαίοι αδελφοί που δεν είναι ενωμένοι.
(Bernardo Soares, Livro do Desassossego)

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ

Τον καιρό της σποράς μάθαινε, τον καιρό του θερισμού δίδασκε, τον χειμώνα απολάμβανε.
Οδήγησε το κάρο και το αλέτρι σου πάνω από τα κόκαλα των νεκρών.
Ο δρόμος της υπερβολής καταλήγει στο παλάτι της σοφίας.
Η Σύνεση είναι μια πλούσια άσχημη γεροντοκόρη, που τη φλερτάρει η Ανικανότητα.
Αυτός που επιθυμεί αλλά δεν πράττει, γεννάει την πανούκλα.
Το κομμένο σκουλήκι δίνει άφεση στο αλέτρι.
Ρίξε στο ποτάμι εκείνον που αγαπάει το νερό.
Ο ηλίθιος δεν βλέπει το ίδιο δέντρο που βλέπει ο σοφός.
Αυτός που το πρόσωπό του δεν αναδίνει φως, δεν θα γίνει ποτέ άστρο.
Η Αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τους καρπούς του χρόνου.
Η εργατική μέλισσα δεν έχει καιρό για θλίψη.
Τις ώρες της τρέλας τις μετράει το ρολόι, της σοφίας όμως, κανένα ρολόι δεν μπορεί να τις μετρήσει.


Οι τροφές που χορταίνουν δεν πιάνονται με δίχτυ ή παγίδα.
Την κακή χρονιά βγάλε το τεφτέρι, το ζύγι και το μέτρο.
Κανένα πουλί δεν ανεβαίνει στα ύψη, αν πετάει με τις δικές του φτερούγες.
Το νεκρό κορμί δεν παίρνει εκδίκηση για τις πληγές του.
Η πιο υψηλή πράξη είναι να επιδιώκεις μιαν άλλη.
Αν ο τρελός επέμενε στην τρέλα του θα γινόταν σοφός.
Η τρέλα είναι ο μανδύας της απάτης.
Η Ντροπή είναι ο μανδύας της Έπαρσης.
Οι Φυλακές είναι χτισμένες με τις πέτρες του Νόμου, τα Πορνεία με τους πλίνθους της Θρησκείας.
Η έπαρση του παγονιού είναι η δόξα του Θεού.
Η λαγνεία του τράγου είναι η γενναιοδωρία του Θεού.
Η οργή του λιονταριού είναι η σοφία του Θεού.
Η γύμνια της γυναίκας είναι το έργο του Θεού.
Η υπερβολική λύπη γελάει. Η υπερβολική χαρά θρηνεί.


Ο βρυχηθμός των λιονταριών, το ουρλιαχτό των λύκων, το μάνιασμα της ταραγμένης θάλασσας και το σπαθί του ολέθρου είναι κομμάτια αιωνιότητας, πολύ μεγάλα για το μάτι του ανθρώπου.
Η αλεπού καταριέται το δόκανο, όχι τον εαυτό της.
Οι χαρές γονιμοποιούν. Οι λύπες γεννούν.
Ο άντρας ας φορέσει το τομάρι του λιονταριού, η γυναίκα την προβιά του αμνού.
Το πουλί μια φωλιά, η αράχνη έναν ιστό, ο άνθρωπος τη φιλία.
Ο τρελός με το αυτάρεσκο χαμόγελο και ο σκυθρωπός βαρύθυμος τρελός μια μέρα θα νομιστούν σοφοί, για όλους, ράβδος.
Αυτό που σήμερα είναι αποδεδειγμένο, κάποτε δεν ήταν παρά γέννημα της φαντασίας.
Ο αρουραίος, ο ποντικός, η αλεπού, ο λαγός βλέπουν τις ρίζες, το λιοντάρι, η τίγρη, το άλογο, ο ελέφαντας βλέπουν τους καρπούς.
Η στέρνα περιέχει, η κρήνη ξεχειλίζει.


Μια σκέψη γεμίζει το άπειρο.
Λέγε πάντα ελεύθερα τη γνώμη σου και ο τιποτένιος θα σε αποφύγει.
Ό,τι πιστευτό, είναι μια εικόνα της αλήθειας.
Ο αετός δεν έχασε ποτέ του τόσο χρόνο, όσο τότε που βάλθηκε να μάθει απ' το κοράκι.
Η αλεπού προνοεί για τον εαυτό της, αλλά ο Θεός προνοεί για το λιοντάρι.
Το πρωί να σκέφτεσαι. Το μεσημέρι να πράττεις. Το βράδυ να τρως. Τη νύχτα να κοιμάσαι.
Αυτός που αφέθηκε να τον εξαπατήσεις, σε γνωρίζει.
Όπως το αλέτρι υπακούει στις λέξεις, έτσι και ο Θεός ανταμείβει τις προσευχές.
Οι τίγρεις της οργής είναι σοφότερες από τα άλογα της μάθησης.
Από το στάσιμο νερό να περιμένεις δηλητήριο.


Ποτέ δεν θα μάθεις τί είναι αρκετό, αν δεν μάθεις τί είναι περισσότερο από αρκετό.
Ν' ακούς τις κατηγόριες του τρελού. Είναι βασιλικός τίτλος!
Τα μάτια της φωτιάς, τα ρουθούνια του αέρα, το στόμα του νερού, τα γένια της γης.
Ο άτολμος, είναι τολμηρός στο δόλο.
Η μηλιά δεν ρωτάει ποτέ την οξιά, πως να μεγαλώσει, ούτε το λιοντάρι το άλογο πως να κυνηγήσει.
Ο ευγνώμων αποδέκτης χαίρεται πλούσια σοδειά.
Αν άλλοι δεν ήταν ανόητοι, θά 'πρεπε νά 'μασταν εμείς.
Η ψυχή της γλυκιάς ηδονής ποτέ δεν μιαίνεται.
Όταν κοιτάζεις έναν Αετό, κοιτάζεις ένα μέρος του Πνεύματος. Ύψωσε το βλέμμα σου!
Όπως η κάμπια διαλέγει τα πιο όμορφα φύλλα για ν' αποθέσει τ' αυγά της, έτσι και ο παπάς εξαπολύει την κατάρα του πάνω στις πιο όμορφες χαρές.
Για να γεννηθεί ένα αγριολούλουδο χρειάζεται τοκετός αιώνων.
Η κατάρα τονώνει, η ευχή χαλαρώνει.


Το καλύτερο κρασί είναι το παλιό, το καλύτερο νερό είναι το πιο φρέσκο.
Οι προσευχές δεν οργώνουν! Οι ύμνοι δεν θερίζουν!
Οι χαρές δεν γελούν! Οι θλίψεις δεν κλαίνε!
Το κεφάλι Ευγένεια, η καρδιά Πάθος, τα γεννητικά όργανα Ομορφιά, τα χέρια και τα πόδια Αναλογία.
Ό,τι ο αέρας για το πουλί ή η θάλασσα για το ψάρι, το ίδιο και η καταφρόνια για τον αξιοκαταφρόνητο
Το κοράκι θα ήθελε όλα να είναι μαύρα, η κουκουβάγια όλα να είναι λευκά.
Το σφρίγος είναι Ομορφιά.
Αν το λιοντάρι έπαιρνε συμβουλές από την αλεπού, τότε θα γινόταν πονηρό.
Η Πρόοδος φτιάχνει ίσιους δρόμους, αλλά οι ανώμαλοι δρόμοι χωρίς την Πρόοδο, είναι οι δρόμοι της Ιδιοφυΐας.
Καλύτερα να πνίξεις ένα μωρό στην κούνια του, παρά να τρέφεις ανικανοποίητους πόθους.
Εκεί που απουσιάζει ο άνθρωπος, η φύση είναι στείρα.
Η Αλήθεια δεν μπορεί να ειπωθεί έτσι που να είναι κατανοητή, αλλά όχι πιστευτή.
Φτάνει! ή Περισσεύει.
(William Blake, Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης)



"Δεν υπάρχει τίποτα στον Μπλέηκ που να τον κάνει να φαίνετα ανώτερος. Αυτό τον κάνει τρομακτικό".
T.S.Eliot

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

ΜΟΝΟΣ

Σε κάποια πολιτεία καιρό φτασμένος,
μόνος γυρίζω, όλη τη μέρα μόνος•

πόθος ούτ' ένας μέσα μου, ουδέ πόνος,
κ' είμαι από κάθε τι ο ξεδιψασμένος.

Πότε, από πού έχω έρθη, δεν το λογαριάζω
να μου το ειπούν• μιλώ, δε μου μιλάνε•

πικροχαμογελάνε, αντιπερνάνε,
σαν να μην είμαι, σαν να μη τους μοιάζω.

Κι όταν μεσημερνός ο ήλιος κεντρώνει,
και πέρα ως πέρα η χώρα όλη ερημώνει,
κι ουδέ σε θύρα ουδέ σε παραθύρι
γροικάς ποτέ, θωρείς κανένα-
κάτασπρη η πολιτεία φαντάζει ως ένα
παλιό, λησμονημένο κοιμητήρι.
(Κλέων Παράσχος, Ανθολογία "Οι Νέοι, 1922)

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

LA NOCHE EN LA ISLA

Toda la noche he dormido contigo
junto al mar, en la isla.
Salvaje y dulce eras entre el placer y el sueño,
entre el fuego y el agua.

Tal vez muy tarde
nuestros sueños se unieron
en el alto o en el fondo,
arriba como ramas que un mismo viento mueve,
abajo como rojas raíces que tocan.

Tal vez tu sueño
se separó del mío
y por el mar oscuro
me buscaba
como antes
cuando aún no existías,
cuando sin divisarte
navegué por tu lado,
y tus ojos buscaban
lo que ahora
-pan, vino, amor y cólera-
te doy a manos llenas
porque tú eres la copa
que esperaba los dones de mi vida.

He dormido contigo
toda la noche mientras
la oscura tierra gira
con vivos y con muertos,
Y al despertar de pronto
en medio de la sombra
mi brazo rodeaba tu cintura.
Ni la noche, ni el sueño
pudieron separarnos.

He dormido contigo
y al despertar tu boca
salida de tu sueño
me dio el sabor de tierra,
de agua marina, de algas,
del fondo de tu vida,
recibí tu beso
mojado por la aurora
como si me llegara
del mar que nos rodea.



(Pablo Neruda)



Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Όλη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου
στη θάλασσα πλάι, στο νησί.
Άγρια ήσουν και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο,
ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.

Ίσως πολύ αργά
τα όνειρά μας ενώθηκαν
στο ύψος ή στο βάθος,
ψηλά σαν τα κλαδιά που τα κουνάει ο ίδιος ο άνεμος,
κάτω σαν ρίζες κόκκινες που ακουμπάνε μεταξύ τους.

Ίσως το όνειρό σου
απομακρύνθηκε απ’ το δικό μου
και στη σκοτεινή θάλασσα
με αναζητούσε
όπως πριν
όταν ακόμα δεν υπήρχες,
όταν χωρίς να σε διακρίνω
έπλεα στο πλευρό σου,
και τα μάτια σου γύρευαν
αυτό που τώρα
-ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό-
σου προσφέρω απλόχερα
γιατί είσαι το κύπελλο
που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.

Κοιμήθηκα μαζί σου
όλη τη νύχτα που
η γη η σκοτεινή γυρίζει
με ζωντανούς και πεθαμένους,
κι όταν ξύπνησα στα ξαφνικά
μες στο σκοτάδι
το χέρι μου είχα γύρω από τη μέση σου.
Ούτε η νύχτα ούτε ο ύπνος
μπόρεσαν να μας χωρίσουν.

Κοιμήθηκα μαζί σου
και μόλις ξύπνησα το στόμα σου
βγαλμένο απ’ το όνειρό σου
μου έδωσε τη γεύση της γης,
του θαλασσινού νερού, των φυκιών,
του βυθού της ζωής σου,
και δέχτηκα το φιλί σου
μουσκεμένο από την αυγή
σαν να μου ερχόταν
από τη θάλασσα που μας κυκλώνει.


(Απόδοση: Αγαθή Δημητρούκα)

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

ΓΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΟΝΑΞΙΕΣ

Υπάρχουν καρδιές όπου ο θεός δεν θα μπορούσε να κοιτάξει χωρίς να χάσει την αθωότητά του. Η θλίψη άρχισε να υπάρχει πριν από τη δημιουργία: ο Δημιουργός είχε διεισδύσει μέσα στον κόσμο πολύ προτού διακυβεύσει την ισορροπία του. Όποιος πιστεύει πως μπορούμε ακόμα να πεθάνουμε δεν έχει γνωρίσει κάποιες μοναξιές, ούτε το αναπόδραστο της αθανασίας που διαφαίνεται σε ορισμένες επιθανάτιες αγωνίες...
Για μας τους μοντέρνους είναι ευτυχία που η κόλαση εντοπίστηκε μέσα μας: θα είχαμε διατηρήσει την αρχαία της μορφή που ο φόβος, με απειλές δύο χιλιάδων ετών, μας είχε απολιθώσει. Δεν υπάρχουν πια τρόμοι που να μην γίνονται υποκειμενικοί: η ψυχολογία είναι η σωτηρία μας, η καταφυγή μας. Άλλοτε, αυτός ο κόσμος πίστευαν ότι ξεπήδησε από ένα χασμουρητό του διαβόλου: σήμερα είναι λάθος των αισθήσεων, πνευματική προκατάληψη, συναισθηματική ιδιοτροπία. Ξέρουμε τι να σκεφτούμε μπροστά στην αποκάλυψη της Τελικής Κρίσης που είχε ο άγιος Χίλντεγκαρντ ή στην αποκάλυψη της κόλασης που είχε η αγία Τερέζα: το υπέρτατο -της φρίκης όπως και της ανάτασης- έχει ταξινομηθεί από το οιοδήποτε εγχειρίδιο νοητικών ασθενειών. Και αν τα δεινά μας μας είναι γνωστά, εντούτοις δεν μας λείπουν τα οράματα, μόνο που δεν τα πιστεύουμε πλέον. Έχοντας πέσει με τα μούτρα στη χημεία των μυστηρίων, εξηγούμε τα πάντα, ακόμα και τα δάκρυά μας. Ωστόσο κάτι παραμένει ανεξήγητο: αν η ψυχή είναι κάτι τόσο ασήμαντο, από πού πηγάζει το συναίσθημα της μοναξιάς μας; Ποιός είναι ο χώρος του; Και πώς αντικαθιστά διαμιάς την τεράστια εξανεμισμένη πραγματικότητα
;
(Emil Cioran)


Ο Emil Cioran γεννήθηκε στις 8 Απριλίου 1911 στο Ρασινάρι της Ρουμανίας. Πολύ νέος ανακάλυψε τον Νίτσε, τον Ντοστογιέφκι, τον Σοπενχάουερ, τον Φλωμπέρ, τον Λίχτενμπεργκ, τον Μπαλζάκ, τον Ταγκόρ και τον Σένγκλερ, οι οποίοι επηρέασαν τη σκέψη του, όπως αργότερα ο Χέγκελ, ο Χούσερλ, ο Καντ, ο Βάινιγκερ, ο Φίχτε και ο Κίρκεγκωρ. Το 1937, με υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου της Ρουμανίας, εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου και παραμένει έως το τέλος της ζωής του. Πέθανε στις 20 Ιουνίου 1995.